ὁμαλόδερμος
ὁμαλόδερμος, smooth-skinned
ὁμᾰλόδερμος, ον,
- smooth-skinned, Suid. s.v. λειόφλοιον (λειόφυλλον, -φυτον codd.).
ὁμαλόδερμος, mit ebenem, glattem Felle, Suid. s.v. λειόφυλλον.