ὀνεία
ὀνεία, ass’s skin (LSJ ὄνειος)
ὀνεία, v. ὄνειος 1.
ὀνεία, ἡ, sc. δορά, Eselshaut, Eselsfell, Babr. bei Suid. S. ὄνειος¹.
ὀνεία
- ὀνεία, (sc. δορά) assʼs skin, fem. of ὄνειος, Babr.