ὄνειραρ
ὄνειραρ, v. ὄνειρος.
*ὄνειραρ, (τὸ) (seul. gén. ὀνείρατος et plur. ὀνείρατα)
1 rêve, songe, Eschl. Pr. 658, etc. ; Soph. El. 460 ; etc. ; Eur. Alc. 354, etc. ; Ar. Vesp. 53 ; Hdt. 1, 120 ; Xén. An. 4, 3, 13, etc. ||
2 rêverie, chose vaine, au plur. Plat. Leg. 695c ||
➳ Gén. ὀνείρατος, Plat. Theæt. 201d, 278e ; Leg. 969b ; Paus. 3, 14, 4 ; A. Rh. 4, 1732.
Étym. cf. ὄναρ, ὄνειρος.
ὄνειραρ, ὀνείρατος, τό, = ὄναρ, ὄνειρος, Traum, von EM. angeführt. Davon bei Hom. τὰ ὀνείρατα, als unregelmäßiger plur. zu ὄνειρος oder ὄναρ, Od. 20.87 ; ἐν τὠνείρατι, Aesch. Ch. 524 ; ὀνειράτων ἀλίγκιοι μορφαῖσι, Prom. 446, u. öfter im gen. plur., οὑξ ὀνειράτων φόβος Ch. 916 ; der dat., ἐν δʼ ὀνείρασιν ἐξηγειρόμην, Ag. 865, auch Prom. 658 ; νυκτίφοιτʼ ὀνείρατα, 660 ; ἐν ὀνείρασιν, Eur. Alc. 3551. T. 452 ; ὀνείρατʼ ἀγγέλλουσα, Or. 617 ; πέμψαι τάδʼ ὀνείρατα, Soph. El. 452 ; ὀνειράτων 473 ; ἐν ὀνείρασιν O.R. 981 ; ὀνείρατα ὑποκρίνεσθαι, Ar. Vesp. 63 ; τὰ τῶν ὀνειράτων ἐχόμενα, Her. 1.120 ; ἄκουε δὴ ὄναρ ἀντὶ ὀνείρατος, Plat. Theaet. 201d ; öfter im plur. ὀνείρατα, z. V. πάντῃ σχεδὸν οἷον ὀνείρατα λέγων ἢ πλάττων Legg. V.746a.