ὀνειράτιον Save LSJ Pape ὀνειρ-άτιον, τό, Dim. of ὄνειρος, Sch. A.R. 2.197. ὀνειράτιον, τό, dim. zu ὄνειραρ, Träumchen, Schol. Ap.Rh. 2.197.