ὀνειρατικός
ὀνειρατικός, in a dream
ὀνειρ-ᾰτικός, ή, όν,
- in a dream, φαντάσματα Simp. in de An. 209.4, 212.14, cf. Porph. Gaur. 18.
ὀνειρατικός, in a dream