Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὀνειροπλήξ
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὄνειος
ὀνειραιτησία
ὀνειραιτητέω
ὀνειραιτητόν
ὄνειραρ
ὀνείρατα
ὀνειρατικός
ὀνειράτιον
ὀνειραυθοπτέω
ὀνειραυτοπτέω
ὀνειραυτοπτικός
ὀνείρειος
ὀνειρήεις
ὀνειρογενής
ὀνειρόγονος
ὀνειροδότης
ὀνειροδότις
ὀνειροθαυπτάνη
ὀνειροκρισία
ὀνειροκρίτης
ὀνειροκριτικός
ὀνειροκρίτις
ὀνειρολεκτέω
ὀνειρολεσχία
ὀνειρολογία
ὀνειρομαντεῖον
ὀνειρόμαντις
ὄνειρον
ὀνειρόπλαστος
ὀνειρόπληκτος
ὀνειροπλήξ
ὀνειρόπληξ
ὀνειροποιός
ὀνειροποιουμένη
ὀνειροπολέω
ὀνειροπόλημα
ὀνειροπόλησις
ὀνειροπολία
ὀνειροπολικόν
ὀνειροπολικός
ὀνειροπόλος
ὀνειροπομπεία
ὀνειροπομπέω
ὀνειροπομπία
ὀνειροπομπός
ὄνειρος
Ὄνειρος
ὀνειροσκοπικός
ὀνειροσκόπος
ὀνειρόσοφος
ὀνειροτόκος
ὀνειροφαντασία
ὀνειρόφαντος
ὀνειρόφοβος
ὀνειροφόβος
ὀνειρόφρων
ὀνειρωγμός
ὀνειρώδης
ὀνειρωκτικός
ὀνείρωξις
ὀνειρώσσω
…
ὀνειροπλήξ
Save
LSJ
ὀνειρο-πλήξ, ῆγος, ὁ, ἡ, = foreg.,
Ph.
2.43,
Porph.
Chr.
30.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}