ὀνείρειος
ὀνείρειος, dreamy, of dreams
ὀνείρ-ειος, α, ον,
- of dreams, ἐν ὀνειρείῃσι πύλῃσιν Od. 4.809; ἐν πύλαις ὀνειρείαις Babr. 30.8.
ὀνείρειος, α, ον, qui concerne les songes, Od. 4, 809.
Étym. ὄνειρος.
ὀνείρειος, zum Traume gehörig, ἐν ὀνειρείῃσι πύλῃσιν, an den Toren der Träume, Od. 4.809.
ὀνείρειος
-η, -ον
[ὄνειρος.]
Of dreams: πύλῃσιν Od. 4.809.
ὀνείρειος : ἐν ὀνειρείῃσι πύλῃσιν, at the gates of dreams, Od. 4.809†.
ὀνείρειος, α, ον
ὄνειρος
- dreamy, of dreams, ἐν ὀνειρείῃσι πύλῃσι at the gates of dreams, Od.