ὀνοματουργέω
ὀνομᾰτ-ουργέω,
- = ὀνοματοποιέω, Demetr. Eloc. 95, Procl. in Cra. p.6 P.
ὀνοματουργέω-ῶ [ᾰ] forger des mots, D. Phal. § 98.
Étym. ὀνοματουργός.
ὀνοματουργέω, = ὀνοματοποιέω, Demetr. Phaler. 98.