ὀνοματουργός
ὀνοματουργός, coiner of names
ὀνομᾰτ-ουργός, ὁ,
- = ὀνοματοποιός, Pl. Cra. 389a.
ὀνοματουργός, ός, όν [ᾰ] qui forge des mots, Plat. Crat. 388e.
Étym. ὄ. ἔργον.
ὀνοματουργός, = ὀνοματοποιός, Plat. Crat. 388e.