ὀξυγωνιότης
ὀξυγωνιότης, a being acute-angled
ὀξυ-γωνιότης, ητος, ἡ,
- a being acute-angled, Apollod. Poliorc. 159.7.
ὀξυγωνιότης, ητος (ἡ) [ῠ] construction géométrique à angle aigu, Apd. pol. 24.
Étym. ὀξυγώνιος.
ὀξυγωνιότης, ητος, ἡ, die Spitzwinkeligkeit, Mathem. vett.