ὀξυδορκία
ὀξυδορκία, sharp-sightedness
ὀξυ-δορκία, ἡ,
- = ὀξυδερκία, Andronic.Rhod. p. 572 M., Hippod. ap. Stob. 4.39.26, Plot. 5.9.1, etc.
ὀξυδορκία, ας (ἡ) [ῠ] c. ὀξυδερκία, Métop. et Hippodam. (Stob. Fl. 1, 64 ; 103, 26) ; Luc. Macr. 5.
ὀξυδορκία, ἡ, = ὀξυδερκία, Luc. Macrob. 5.