ὀξυκάρηνος
ὀξῠ-κάρηνος [ᾰ], ον,
- = ὀξυκέφαλος, D.P. 642, Nic. Th. 223, 397.
ὀξυ·κάρηνος, ος, ον [ῠᾰ] à tête pointue, DP. 642 ; Nic. Th. 223.
Étym. ὀ. κάρηνον.
ὀξυκάρηνος, spitzköpfig, Dion.Per. 642.