ὀξυκάρδιος
ὀξυκάρδιος, quick to anger
ὀξῠ-κάρδιος, ον,
- = ὀξύθυμος, A. Th. 907 (lyr.), Ar. V. 430.
ὀξυ·κάρδιος, ος, ον [ῠ] de caractère vif, irascible, emporté, Eschl. Sept. 906 ; Ar. Vesp. 430.
Étym. ὀ. καρδία.
ὀξυκάρδιος, = ὀξύθυμος ; Aesch. Spt. 889 ; Ar. Vesp. 430.
ὀξυκάρδιος
ὀξῠ-κάρδιος, ον,
καρδία
= ὀξύθυμος, Aesch., Ar.