ὀρειᾶνες Save LSJ Bailly 2024 Pape ὀρειᾶνες, οἱ, v. ὀρεᾶνες. ὀρειᾶνες, v. ὀρεᾶνες. ὀρειᾶνες, οἱ, s. ὀρεᾶνες.