Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὀρείκτιστος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὀρεγιάω
ὄρεγμα
ὀρεγμίη
ὀρέγνυμι
ὀρέγω
Ὀρεία
ὀρειάλητος
ὀρειάλωτος
ὀρειᾶνες
ὀρειάρχας
ὀρειάρχης
ὀρειάς
ὀρείαυλος
ὀρειβάς
ὀρειβασία
ὀρειβάσια
Ὀρειβάσιος
ὀρειβατέω
ὀρειβάτης
ὀρειβατικός
ὀρειβάτις
ὀρειβρεμέτης
ὀρείγανον
ὀρείγανος
ὀρειγενής
ὀρειγέννητος
ὀρειδρομία
ὀρειδρόμος
ὀρειθαλής
ὀρεικός
ὀρείκτιστος
ὀρείκτιτος
ὀρειλεχής
ὀρειμαλίδες
ὀρειμανής
ὀρειμελής
ὀρεινομέω
ὀρεινόμος
ὀρεινός
ὄρεινος
ὀρειοβάτης
ὀρείοικος
ὀρειομανής
ὄρειον
ὀρειονόμος
ὄρειος
ὀρειοχαρής
ὀρειπέλαργος
ὀρείπλαγκτος
ὀρειπλανής
ὀρείπλανος
ὀρειπολέω
ὀρειπτελέα
ὄρεις
ὀρείς
ὀρεῖται
ὀρείτης
ὀρείτορες
ὀρειτρεφής
ὀρείτροφος
ὀρειτυπία
…
ὀρείκτιστος
Save
Pape
ὀρείκτιστος
,
auf Bergen erbaut
, s. ὀρικτίτης.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}