ὀρέγω
ὀρέγω, to reach, stretch, stretch out
- reach, stretch, stretch out, χεῖρʼ ὀρέγων Od. 17.366; εἰς οὐρανόν Il. 15.371, Od. 9.527; χεῖρας ἐμοὶ ὀρέγοντας, in entreaty, 12.257, cf. Plu. Cam. 36; μοι . . λεχέων ἐκ χεῖρας ὄρεξας Il. 24.743; πρός τινα Pi. P. 4.240, cf. S. OC 846, etc.; Ὅμηρον . ., ἐφʼ ὃν πᾶσαι χεῖρʼ ὀρέγουσι πόλεις, to claim him, APl. 16.294.
- 2 reach out, hold out, hand, give, κοτύλην καὶ πύρνον Od. 15.312; δέπας Il. 24.102; ὁπποτέροισι πατὴρ Ζεὺς κῦδος ὀρέξῃ 5.33, cf. 17.453, Hes. Th. 433; ἠέ τῳ εὖχος ὀρέξομεν, ἦέ τις ἡμῖν Il. 12.328, cf. S. Ph. 1203 (lyr.); ὀ. πλοῦτόν τινι Pi. P. 3.110; τέλος ἔμπεδον Id. N. 7.58; ὤρεξε τὴν κύλικα τῷ Σωκράτει Pl. Phd. 117b; later βοήθειαν ὀρέξαι τοῖς ἀδικουμένοις extend help, POxy. 902.11 (v A.D.).
- II Med. and Pass.,
- 1 abs., stretch oneself out, stretch forth oneʼs hand, Od. 21.53; ἀνδρὸς . . ποτὶ στόμα χεῖρʼ ὀρέγεσθαι Il. 24.506 (but χεῖρας ὀρεξαμένου having lent a helping hand, Epigr.Gr. 448.4 (Syria)); ὀρεξαμένη ἀπὸ δίφρου Hes. Sc. 456; ὠρέξατο χερσὶ φίλῃσι, χειρὶ σκαιῇ, Il. 23.99, Hes. Th. 178; ἔγχει ὀρεξάσθω let him lunge with the spear (from the chariot), Il. 4.307; πρόσθεν Ἄρης ὠρέξαθʼ ὑπὲρ ζυγὸν . . ἔγχεϊ χαλκείῳ 5.851; ποσσὶν ὀρωρέχαται πολεμίζειν, of horses, they galloped to the fight, 16.834; ὀρέξατʼ ἰών he stretched himself as he went, i.e. made a stride, 13.20; ὀρωρέχατο προτὶ δειρήν were stretched out towards the neck, 11.26; of fish, rise at the bait, καί τις τῶν τραφερῶν ὠρέξατο Theoc. 21.44; for A. Ag. 1111, v. ὄρεγμα I.1.
- 2 c. gen., reach at or to a thing, grasp at, οὗ παιδὸς ὀρέξατο he reached out to his child, Il. 6.466, cf. Od. 11.392; in a hostile sense, aim at, assail, hit, τοῦ δʼ ἀντίθεος Θρασυμήδης ἔφθη ὀρεξάμενος . . ὦμον hit him first on the shoulder, Il. 16.322; ib. 314, a gen. pers. must be supplied, ἔφθη ὀρεξάμενος πρυμνὸν σκέλος; so in 23.805 ὁππότερός κε φθῇσιν ὀρεξάμενος χρόα καλόν; δηΐων ὀρέγοιτʼ ἐγγύθεν ἱστάμενος Tyrt. 12.12; also of a suppliant, τί χρῆμα θηρῶσʼ ἱκέτις ὠρέχθης ἐμοῦ; E. Hel. 1238.
- b metaph., reach after, grasp at, yearn for, γάμων Id. Ion 842; τῶν μεγίστων Id. Fr. 240; ἀπεόντων Democr. 202; ζωῆς Id. 205: freq. in Att. Prose, Antipho 2.2.12, Th. 3.42, Pl. R. 439b, 485d, etc.; ὀ. τοῦ πρῶτος ἕκαστος γίγνεσθαι Th. 2.65: so c. inf., πόλιν ὠρέξατʼ οἰκεῖν E. HF 16; ὀ. τοιοῦτος γενέσθαι Pl. Prt. 326a; οὐδέποτε ὠρέχθην τοῖς πολλοῖς ἀρέσκειν Epicur. Fr. 187: also, abs., yearn, desire, πάσῃσιν ὀρέξαιτο πραπίδεσσιν Emp. 129.4; θυμὸς ὀρέξατο γηθοσύνῃσιν A.R. 2.878; ὀρεγόμεθα κατὰ τὴν βούλευσιν Arist. EN 1113a12; cf. ὀρεκτός, ὄρεξις.
- 3 c. acc., σῖτόν τʼ ὄρεξαι take food, E. Or. 303 (v.l. σίτων); αἰώρημα διὰ δέρης ὀρέξομαι I will put the noose on my neck, Id. Hel. 353 (lyr.).
1. act. uitstrekken:
2. med.: (zijn handen) uitstrekken, met acc.:
Med. sich ausstrecken, seine Hand ausstrecken ; ποτὶ στόμα χεῖρʼ ὀρέγεσθαι, Il. 24.506 ; ἔνθεν ὀρεξαμένη ἀπὸ πασσάλου αἴνυτο τόξον, Od. 21.53 ; ὠρέξατο χερσί, mit den Händen sich wornach strecken, hinlangen, Il. 23.99, öfter ; Hes. Th. 178 ; ὀρέξάσθαι ἀπὸ δίφρου, vom Wagen herab langen, reichen, Sc. 456 ; ἔγχεϊ, sich mit dem Speer ausstrecken, d.i. mit gestreckter Lanze auf den Feind zielen, Il. 5.851 (vgl. ὀρέξατο δʼ αἶψʼ ὀλοοῖο Πηλεὺς αἰγανέην Ap.Rh. 2.828); ποσσὶν ὀρωρέχαται πολεμίζειν, sie strecken sich mit den Füßen, schreiten aus um zu kämpfen, 16.834 ; ὀρέξατʼ ἰών, er reckte sich aus im Gehen, schritt weit aus, 13.20 ; ὀρωρέχατο ποτὶ δειρήν, sie streckten sich nach dem Halse zu vorwärts, 11.26 ; – τινός, sich wornach strecken, wornach langen, οὗ παιδὸς ὀρέξατο, er langte nach seinem Kinde, Il. 6.466 ; nach Einem langen, um ihn zu verwunden, nach ihm trachten, 16.332 ; auch c. accus., das, wornach man trachtet, erlangen, treffen, bes. mit Waffen, 16.314, 23.805 ; δούρατος ὠρέξαντο, sie langten nach dem Speere, Ap.Rh. 2.1112 ; – ausstrecken, προτείνει δὲ χεῖρʼ ἐκ χειρὸς ὀρεγομένα, Aesch. Ag. 1082 ; ἱκέτις ὠρέχθης ἐμοῦ, Eur. Hel. 1254 ; ὀρεχθῆναι γάμων, darnach verlangen, streben, Ion 842, wie Or. 328. – In Prosa, verlangen ; c. inf., ὅτι ὀρέγεται πάντα ταῦτʼ εἶναι οἷον τὸ ἴσον, Plat. Phaed. 75a ; ὅταν ὀρέγηται τοιοῦτος γενέσθαι, Prot. 326a ; Sp., wie ὀρέγεσθαι τούτων τυχεῖν Luc. D.D. 20.4 ; gew. c. gen., τούτου ὀρέγεται καὶ ἐπὶ τοῦτο ὁρμᾷ, Plat. Rep. IV.439b ; πάσης ἀληθείας, VI.485d, öfter ; δόξης, Isocr. 1.2 ; ἔργων ὀρεχθῆναι, 1.46 ; ἐπιτηδευμάτων, dem ἀπέχεσθαι entgegengesetzt, 2.2, wie Xen. Cyr. 5.3.48 ; Sp., καινῶν ὠρέχθη πραγμάτων, Luc. bis accus. 29 ; μειζόνων ἐλπίδων, Pol. 1.8.5 ; τῶν πραγμάτων, nach der Herrschaft streben, 5.104.7 ; auch τῆς γῆς, nach dem Lande zu fahren, 16.5.8.
Bei Ap.Rh. 2.878, θυμὸς ὀρέξατο γηθοσύνῃσι, wird es gleich ὀρεχθέω erklärt.
Pres. pple. (fr. ὀρέγνυμι) ὀρεγνύς Il. 1.351, Il. 22.37.
Fut. ὀρέξω Il. 17.453.
1 pl. ὀρέξομεν Il. 12.328, Il. 13.327.
Infin. ὀρέξειν Il. 15.602.
2 sing. aor. ὄρεξας Il. 24.743.
3 sing. ὤρεξε Il. 23.406, Il. 24.102.
2 sing. subj. ὀρέξῃς Il. 22.57.
3 sing. ὀρέξῃ Il. 5.33, 225, 260, Il. 22.130 : Od. 15.312.
3 pl. opt. ὀρέξειαν Od. 17.407.
Infin. ὀρέξαι Il. 11.79, Il. 12.174, Il. 15.596 : Od. 4.275.
Mid. 3 sing. aor. ὠρέξατο Il. 5.851, Il. 23.99. ὀρέξατο Il. 6.466, Il. 13.20, 190.
3 sing. imp. ὀρεξάσθω Il. 4.307.
Pple. ὀρεξάμενος Il. 16.314, 322, Il. 23.805.
Fem. ὀρεξαμένη Od. 21.53.
Infin. ὀρέξασθαι Od. 11.392.
3 pl. pf. ὀρωρέχαται Il. 16.834. 3 pl. plupf. ὀρωρέχατο Il. 11.26.
(ἐπ-)
- 1
To hold or stretch out (a hand or the hands) : χεῖρας ὀρεγνύς Il. 1.351, Il. 22.37. Cf. Il. 15.371, Il. 24.743 : Od. 9.527, Od. 12.257, Od. 17.366.
So in mid. : ἀνδρὸς παιδοφόνοιο ποτὶ στόμα χεῖρʼ ὀρέγεσθαι Il. 24.506 (but χείρʼ
(i.e. χειρί) may be read, bringing the passage under 3a. Cf. Il. 23.99 there cited). - 2
To hold out, offer for acceptance, bestow, give : Θέτις ὤρεξε [δέπας] πιοῦσα
(i.e. held it out to return it) Il. 24.102 : αἴ κέν τις κοτύλην καὶ πύρνον ὀρέξῃ Od. 15.312. Cf. Od. 17.407.With immaterial object, to yield, grant, bestow, give : κῦδος Il. 5.33, εὖχος Il. 12.328, τάχος Il. 23.406, etc. : κῦδος Od. 4.275.
- 3
In mid.
- a
To stretch out one’s limbs, make a stretch, stretch, reach : τρὶς ὀρέξατʼ ἰών (made three strides) Il. 13.20 : ὀρέξασθαι μενεαινων (to reach out a hand to me) Od. 11.392. Cf. Od. 21.53.
So κυάνεοι δράκοντες ὀρωρέχατο
(were astretch, i.e. were represented with heads outstretched) Il. 11.26.With genit. of that towards which one reaches out : οὗ παιδὸς ὀρέξατο Il. 6.466.
With dat. of the part employed : ὠρέξατο χερσίν Il. 23.99.
So ἵπποι ποσσὶν ὀρωρέχαται (are astretch, are in their full stride) Il. 16.834.
- b
To make a lunge or thrust.
With dat. of the weapon : ὠρέξατʼ ἔγχεϊ Il. 5.851. Cf. Il. 4.307.
With this dat. and genit. of the person attacked : ὀρέξατο δουρὶ Ἕκτορος Il. 13.190.
With acc. of part reached : ἔφθη ὀρεξάμενος σκέλος (ὦμον
) (app. a construction ad sensum, got his blow in first and struck . . .) Il. 16.314, 322. Cf. Il. 23.805.
- a
- 1
- 1stretch out πρὸς δʼ ἑταῖροι καρτερὸν ἄνδρα φίλας ὤρεγον χεῖρας P. 4.240 οὐκ ἔχω εἰπεῖν τίνι τοῦτο Μοῖρα τέλος ἔμπεδον ὤρεξε N. 7.58 met., offer, εἰ δέ μοι πλοῦτον θεὸς ἁβρὸν ὀρέξαι P. 3.110
Strong 3713
**
to reach, stretch out; pass. and mid., to stretch oneself out, reach forth; metaph., to reach after, grasp at, aspire to: c. gen. rei, I Ti 3:1, He 11:16; φιλαργυρίας (v. Ellic. and CGT, in l.), I Ti 6:10.†
- Ito reach, stretch, stretch out, Lat. porrigo, χεῖρʼ ὀρέγων Od.; esp. in entreaty, Od.
- 2to reach out, hold out, hand, give, Hom., Hes., etc.
- IIMid. and Pass.,
- 1absol. to stretch oneself out, stretch forth oneʼs hand, Hom.; ὀρέξασθαι ἀπὸ δίφρου to reach or lean over the chariot, Hes.; ἔγχει ὀρεξάσθω let him lunge with the spear (from the chariot, instead of dismounting), Il.; ποσσὶν ὀρωρέχαται πολεμίζειν, of horses, they stretched themselves, galloped, to the fight, Il.; ὀρέξατʼ ἰών he stretched himself as he went, i. e. went at full stride, Il.; ὀρωρέχατο προτὶ δειρήν stretched themselves with the neck (like Virgilʼs irasci in cornua, in clipeum assurgere), Il.:—of fish, to rise at the bait, Theocr.
- 2c. gen. to reach at or to a thing, grasp at, οὗ παιδὸς ὀρέξατο he reached out to his child, Il.; also in a hostile sense, τοῦ Θρασυμήδης ἔφθη ὀρεξάμενος ὦμον hit him first on the shoulder, Il.; so, ἔφθη ὀρεξάμενος σκέλος (sc. αὐτοῦ) Il.
- Bmetaph. to reach after, grasp at, yearn for a thing, c. gen., Eur., Thuc., etc.:—c. inf., πόλιν ὠρέξατʼ οἰκεῖν Eur.
- 3c. acc. to help oneself to, σῖτον Eur.
-
…μὲν νουθετήσεις ἔνεισιν πολλαὶ δὲ διέξοδοι καὶ ἔπαινοι καὶ ἐγκώμια παλαιῶν ἀνδρῶν ἀγαθῶν, ἵνα ὁ παῖς ζηλῶν μιμῆται καὶ ὀρέγηται τοιοῦτος γενέσθαι. οἵ τʼ αὖ κιθαρισταί, ἕτερα τοιαῦτα, σωφροσύνης τε ἐπιμελοῦνται καὶ ὅπως ἂν οἱ νέοι μηδὲν…
Plato, Protagoras
-
…ἀτὰρ Μενέλαος ἀρήϊος οὖτα Θόαντα στέρνον γυμνωθέντα παρʼ ἀσπίδα, λῦσε δὲ γυῖα. Φυλεΐδης δʼ Ἄμφικλον ἐφορμηθέντα δοκεύσας ἔφθη ὀρεξάμενος πρυμνὸν σκέλος, ἔνθα πάχιστος μυὼν ἀνθρώπου πέλεται · περὶ δʼ ἔγχεος αἰχμῇ νεῦρα διεσχίσθη · τὸν δὲ σκότος ὄσσε…
Homer, Iliad
-
…λαβὼν ἔρριψε θύραζε, ὣς οἵ γʼ ἀσπαίροντες ἀείροντο προτὶ πέτρας · αὐτοῦ δʼ εἰνὶ θύρῃσι κατήσθιε κεκληγῶτας χεῖρας ἐμοὶ ὀρέγοντας ἐν αἰνῇ δηιοτῆτι · οἴκτιστον δὴ κεῖνο ἐμοῖς ἴδον ὀφθαλμοῖσι πάντων, ὅσσʼ ἐμόγησα πόρους ἁλὸς ἐξερεείνων. αὐτὰρ ἐπεὶ…
Homer, Odyssey
-
…φίλον υἱόν · ὃ δὲ προπάροιθε πυλάων ἑστήκει ἄμοτον μεμαὼς Ἀχιλῆϊ μάχεσθαι · τὸν δʼ ὃ γέρων ἐλεεινὰ προσηύδα χεῖρας ὀρεγνύς · Ἕκτορ μή μοι μίμνε φίλον τέκος ἀνέρα τοῦτον οἶος ἄνευθʼ ἄλλων, ἵνα μὴ τάχα πότμον ἐπίσπῃς Πηλεΐωνι δαμείς…
Homer, Iliad
-
…ὀδμή, πᾶς δʼ οὐρανὸς εὐρὺς ὕπερθε γαῖά τε πᾶσʼ ἐγέλασσε καὶ ἁλμυρὸν οἶδμα θαλάσσης. ἣ δʼ ἄρα θαμβήσασʼ ὠρέξατο χερσὶν ἅμʼ ἄμφω καλὸν ἄθυρμα λαβεῖν · χάνε δὲ χθὼν εὐρυάγυια Νύσιον ἂμ πεδίον, τῇ ὄρουσεν ἄναξ Πολυδέγμων ἵπποις…
NA, Homeric Hymns
-
…, ἧχι ἑκάστῳ δώματα καλὰ τέτυκτο κατὰ πτύχας Οὐλύμποιο. πάντες δʼ ᾐτιόωντο κελαινεφέα Κρονίωνα οὕνεκʼ ἄρα Τρώεσσιν ἐβούλετο κῦδος ὀρέξαι. τῶν μὲν ἄρʼ οὐκ ἀλέγιζε πατήρ · ὃ δὲ νόσφι λιασθεὶς τῶν ἄλλων ἀπάνευθε καθέζετο κύδεϊ γαίων εἰσορόων Τρώων…
Homer, Iliad
-
…ἠΐθεός τε παρθένος ἠΐθεός τʼ ὀαρίζετον ἀλλήλοιιν. βέλτερον αὖτʼ ἔριδι ξυνελαυνέμεν ὅττι τάχιστα · εἴδομεν ὁπποτέρῳ κεν Ὀλύμπιος εὖχος ὀρέξῃ. ὣς ὅρμαινε μένων, ὃ δέ οἱ σχεδὸν ἦλθεν Ἀχιλλεὺς ἶσος Ἐνυαλίῳ κορυθάϊκι πτολεμιστῇ σείων Πηλιάδα μελίην κατὰ δεξιὸν…
Homer, Iliad
-
…πάντας ὁμοθυμαδὸν εὐδοκῆσαι στρατηγὸν αὑτῶν ὑπάρχειν Ἱέρωνα. ὃς ἐκ τῶν πρώτων ἐπινοημάτων εὐθέως δῆλος ἦν τοῖς ὀρθῶς σκοπουμένοις μειζόνων ὀρεγόμενος ἐλπίδων ἢ κατὰ τὴν στρατηγίαν. θεωρῶν γὰρ τοὺς Συρακοσίους, ἐπειδὰν ἐκπέμψωσι τὰς δυνάμεις καὶ τοὺς ἄρχοντας μετὰ τῶν…
Polybius, Histories
-
…δʼ ἔμπης γὰρ κῆρες ἐφεστᾶσιν θανάτοιο μυρίαι, ἃς οὐκ ἔστι φυγεῖν βροτὸν οὐδʼ ὑπαλύξαι, ἴομεν ἠέ τῳ εὖχος ὀρέξομεν ἠέ τις ἡμῖν. ὣς ἔφατʼ, οὐδὲ Γλαῦκος ἀπετράπετʼ οὐδʼ ἀπίθησε · τὼ δʼ ἰθὺς βήτην Λυκίων μέγα ἔθνος…
Homer, Iliad
-
…, εἶξε δʼ Ἀθήνη. Ἥρη δὲ χρύσεον καλὸν δέπας ἐν χερὶ θῆκε καί ῥʼ εὔφρηνʼ ἐπέεσσι · Θέτις δʼ ὤρεξε πιοῦσα. τοῖσι δὲ μύθων ἦρχε πατὴρ ἀνδρῶν τε θεῶν τε · ἤλυθες Οὔλυμπόνδε θεὰ Θέτι κηδομένη περ, πένθος…
Homer, Iliad