ὀρθοπύγιον
ὀρθο-πύγιον [ῡ], τό,
- = ὀρροπύγιον, Eratosth. Cat. 25, 41, Vett.Val. 10.3, Sch. Arat. 276.
ὀρθο·πύγιον, ου (τὸ) [ῡ] c. ὀρροπύγιον, Ps.-Eratosth. Cat. 25 ; 41.
ὀρθοπύγιον, τό, = ὀρροπύγιον, zw.