ὀρθός
ὀρθός, ὀρθός, ὀρθή, ὀρθόν, straight, correct
- straight,
- I in height, upright, standing, Hom., who commonly joins it with στῆναι, στῆ δʼ ὀρθός Il. 23.271, al., cf. Hdt. 5.111, 9.22 (where it is used of a horse rearing); ὀρθαὶ τρίχες ἔσταν Il. 24.359, cf. Hes. Op. 540; ὀρθῶν ἑσταότων ἀγορή Il. 18.246; οἱ δʼ ἐν νηΐ μʼ ἔδησαν . . ὀρθὸν ἐν ἱστοπέδῃ Od. 12.179, cf. S. Aj. 239 (anap.); κυρβασίας . . ὀρθὰς εἶχον πεπηγυίας Hdt. 7.64; ὀρθὸν αἴρεις κάρα A. Ch. 496, etc.; ὀρθὸν οὖς ἵστησι pricks up his ear, S. El. 27, etc.; applied to the erect posture of man, Arist. PA 653a31, al.; ὀ. θηρίον, of man, Philem. 3; of buildings, standing with their walls entire, [τὸ Πάνακτον] ὀρθὸν παραδοῦναι Th. 5.42; ὀρθαὶ κίονες Pi. P. 4.267, cf. PLond. 3.755v. 2 (iv A. D.); of a standing crop, ib. 1165.2 (ii A. D.). Adv., ὀρθῶς ἑστῶτες Arist. PA 689b19.
- b Geom., at right angles to . ., εὐθεῖα πρὸς ἐπίπεδον ὀρθή ἐστιν ὅταν . . Euc. 11Def. 3.
- c Astrol., ὀρθὰ ζῴδια signs which rise vertically, opp. πλάγια, Doroth. in Cat. Cod. Astr.5 (1). 240.
- II in line, straight (opp. σκολιός crooked and πλάγιος aslant), ἀντʼ ἠελίου τετραμμένος ὀρθός straight, right opposite the sun, Hes. Op. 727; ὀρθὸν εὐθύνοι βέλος A. Fr. 200; ποιῶν ὀρθὰ πάντα πρὸς κανόνα IG 7.3073.108 (Lebadea, ii B. C.); ὀ. τρῶμα longitudinal to the muscle, opp. ἐπικάρσιος, Hp. Prorrh. 2.15; ὀρθὸς εἰς ὁδὸν πορεύεται S. Aj. 1254; εἶμι . . ὀ. ὁδόν Thgn. 945; ὀ. κέλευθον ἰών Pi. P. 11.39; ὀρθὴν κελεύεις, i. e. ὀρθὴν ὁδόν με ἰέναι κ., Ar. Av. 1; so ὀρθὴν ἄνω δίωκε (sc. όδόν) Id. Th. 1223 (but ὀρθήν, = εὐθύς, Hyp. Fr. 257); διʼ ὀρθῆς τήνδε ναυκληρεῖς πόλιν (sc. ὁδοῦ) S. Ant. 994; εἰς ὀρθὸν τρέχειν Diph. 61.5; εἰς ὀρθὸν ἀποδοῦναι to face the front originally held, Ascl. Tact. 10.1; κατʼ ὀρθὸν εὐδρομεῖν Men. 681; also ὀρθᾷ χερί straightway, Pi. O. 10(11).4; ὀρθῷ ποδί ib. 13.72, Fr. 167; but τιθέναι ὀρθὸν πόδα is prob. to put the foot out, as in walking, A. Eu. 294 (v. κατηρεφής I), cf. E. Med. 1166.
- 2 βλέπειν ὀρθά, opp. being blind, S. OT 419; ὀρθὸν ἀνέβλεψε recovered his sight, IG 14.966 (Rome, ii A. D.); ἐξ ὀμμάτων ὀ. . . κἀξ ὀρθῆς φρενός S. OT 528; ὀρθοῖς ὄμμασιν ib. 1385; v. ὄμμα I.
- III metaph.,
- 1 right, safe, prosperous:
- a partly from signf. I, τοὺς δὲ τομαῖς ἔστασεν ὀρθούς set them up, restored, Pi. P. 3.53; so ὀρθὸν ἀστάσας (= ἀναστήσας) IG 42(1).122.52 (Epid., iv B. C.); ἐς ὀρθὸν ἱστάναι τινά E. Supp. 1230; ὀρθὰν φυλάσσειν Τένεδον Pi. N. 11.5; so στάντες τʼ ἐς ὀρθὸν καὶ πεσόντες ὕστερον S. OT 50, cf. Pl. La. 181b; ταύτης ἔπι (sc. χθονός) πλέοντες ὀρθῆς (the state being represented as a ship) S. Ant. 190; ἐν ὀρθῷ κεῖσθαι Plb. 31.7.1.
- b partly from signf. II, κατʼ ὀρθὸν ἐξελθεῖν, of prophecies, S. OT 88, cf. OC 1424; κατʼ ὀρθὸν οὐρίσαι to speed in prosperous course, Id. OT 695 (lyr.).
- 2 right, true, correct, ἄγγελος, ἀγγελία, νόος, Pi. O. 6.90, P. 4.279, 10.68; μάρτυρες A. Eu. 318 (anap.), etc.; γλῶσσα S. Fr. 351; ὀρθᾷ φρενί Pi. O. 8.24; ὄρθʼ ἀκούειν to be rightly, truly called, S. OT 903 (lyr.); κατὰ τὸ ὀ. δικάζειν Hdt. 1.96; ὀ. λόγῳ strictly speaking, in very truth, Id. 2.17, 6.68, etc.: so in Adv., ὀρθῶς λέγειν Id. 1.51; ὀ. ἔλεξας S. Ph. 341; ὀ. φράσαι A. Ch. 526; εἴρηκας ὀ. S. El. 1040; ὀ. φρονεῖν A. Pr. 1000, Archyt. 1 (so εἰς ὀρθὸν φ. S. Fr. 612); ὀ. γνῶναι Antipho 2.2.8; ὀ. ἔχει it is right, c. inf., Pl. Euthphr. 9a; ὀ. ἐνδίκως τʼ ἐπώνυμον A. Th. 405, cf. 829 (anap.): in answers, rightly, exactly, Pl. Prt. 359e; ὀ. γε Diph. 32.18: Sup., ὀρθότατα καλεόμενος Hdt. 4.59; so τὸ ὀρθὸν ἐξείρηκα S. Tr. 374; φωνεῖν δίκης ἐς ὀρθόν ib. 347; κατʼ ὀρθόν Pl. Ti. 44b.
- 3 true, real, genuine, ὀ. πολιτεῖαι, opp. παρεκβάσεις, Arist. Pol. 1279a18, etc.; ὀ. μανία real madness, Ael. NA 11.32, cf. Theoc. 11.11. Adv. -θῶς really, truly, τοὺς ὀ. φιλομαθεῖς Pl. Phd. 67b; ὁ ὀ. κυβερνήτης Id. R. 341c; τὸν ὀ. συγγενῆ Diph. 102.
- 4 upright, just, ἐμμένειν ὀ. νόμῳ S. Aj. 350 (lyr.); τὸ ὀ. uprightness, Pl. R. 540d; ἐπιστήμη ἐνοῦσα καὶ ὀ. λόγος (v. λόγος IV. I) Id. Phd. 73a; ὁ ὀ. λόγος διὰ πάντων ἐρχόμενος (v. λόγος III.7) Chrysipp.Stoic. 3.4; ὀ. λόγοι virtues on the intellectual side, Phld. Piet. 8. Adv. ὀρθῶς rightly, justly, Th. 3.56; ὀ. καὶ δικαίως Antipho 1.10, IG 2(2).228.14 (iv B. C.), IPE 12.32B73 (Olbia, iii B. C.), etc.; ὀ. καὶ νομίμως Isoc. 7.28.
- 5 of persons, ‘straight’, straightforward, σμικροὶ καὶ οὐκ ὀρθοὶ τὰς ψυχάς Pl. Tht. 173a.
- 6 on tiptoe, full of expectation, excited, ὀρθῆς τῆς πόλεως γενομένης διά τι Isoc. 16.7; τὴν Ἑλλάδα ὀρθὴν οὖσαν ἐπί τινι Id. 5.70; ὀ. ἦν ἡ πόλις ἐπὶ τοῖς συμβεβηκόσιν Lycurg. 39, cf. Hyp. Fr. 39; ὀ. καὶ μετέωροι ταῖς διανοίαις Plb. 28.17.11; ὀ. καὶ περίφοβος ἦν ἡ πόλις Id. 3.112.6; ὀ. διὰ τὸν φόβον D.S. 16.84; ὀ. καὶ δραστήριος διὰ τὸ θαρρεῖν Plu. Phil. 12.
- IV ἡ ὀρθή,
- 1 (sc. ὁδός) v. supr. II.1.
- 2 ὀ. γωνία right angle, Pl. Ti. 55b; so ὀ. alone, Arist. EN 1098a30, al.; cf. ὄρθιος V.1: τέμνειν πρὸς ὀρθάς to cut at right angles, Euc. 3.3, al.; εἴ τις δείξειεν ὅτι αἱ ὀρθαὶ οὐ συμπίπτουσι . . that right angles do not meet (short for ‘that two straight lines making, with a third, interior angles equal to two right angles, etc.ʼ), Arist. APo. 74a13; τὸ δυσὶν ὀρθαῖς the theorem that the angles of a triangle are together equal to two right angles, ib. 85b5; ὀρθὸς κῶνος, κύλινδρος, a right cone, cylinder, Archim. Sph.Cyl. 1.26, 1.11.
- 3 (with or without πτῶσις) nominative, Lat. casus rectus, opp. the oblique cases, D.T. 636.3, Str. 14.2.28, A.D. Pron. 39.10, al., S.E. M. 1.177.
- V ὀρθά active verbs, opp. ὕπτια (passive) and οὐδέτερα (neuter), Chrysipp.Stoic. 2.59.
- VI ὀ. τόνος real or unmodified (cf. supr. III.3) accent, opp. ἐγκλινόμενος, A.D. Pron. 36.10, al.; so ὀρθὴ τάσις ib. 54.8, al. (The gloss of Hsch., βορθ-αγορίσκοι, = ὀ., and the dialect forms of Ὀρθεία (q.v.), suggest that the word orig. had ϝ.)
1. verticaal rechtop:
2. horizontaal rechtuit:
3. overdr.
a. juist, goed, echt, werkelijk:
b. in orde, ongedeerd:
c. recht overeind, in spanning:
4. adv.
a. op de juiste wijze:
b. terecht:
c. werkelijk:
a) gerade in die Höhe, aufrecht, geradestehend ; στῆ δʼ ὀρθός, Il. 23.271 u. öfter ; οὐδʼ ὀρθὸς στῆναι δύναται ποσίν, Od. 18.241 ; ὀρθὸς ἀναΐξας, 21.119 ; auch ὀρθῶν ἑσταότων ἀγορή, Il. 18.246 ; ὀΐων ἐπεμαίετο νῶτα ὀρθῶν ἑσταότων, er betastete die Rücken der Schafe, die nicht mehr lagen, sondern auf ihren Füßen standen, Od. 9.442 ; ὀρθαὶ δὲ τρίχες ἔσταν, Il. 24.359 ; vgl. Hes. O. 542 ; ἄνα δʼ ἐπᾶλτʼ ὀρθῷ ποδί, Pind. Ol. 13.69 ; ὀρθὸν ἄντεινεν κάρα, N. 1.43 ; ὀρθαῖς κιόνεσσιν, P. 4.267 ; ὀρθῷ ἔστασας ἐπὶ σφυρῷ, I. 6.12, schon übertr., wie noch bestimmter, ἔστασεν ὀρθούς, P. 3.53, wie wir sagen : er stellte sie wieder her, brachte sie vom Krankenlager wieder auf die Beine ; τίθησιν ὀρθὸν ἢ κατηρεφῆ πόδα, Aesch. Eum. 284 ; ὀρθὸν αἴρεις κάρα, Ch. 489 ; ἴππος ὀρθὸν οὖς ἵστησιν, Soph. El. 27 ; τὸν δʼ ὀρθὸν ἄνω κίονι δήσας, Aj. 235, vgl. El. 713, 732 ; übertr., στάντες δʼ ἐς ὀρθὸν καὶ πεσόντες ὕστερον, O.R. 50 ; εἰς τίνʼ ἐλπίδων βλέψασʼ ἔτʼ ὀρθήν ; El. 947 ; ἐς ὀρθὸν ἐκφέρει μαντεύματα, O.C. 1426 ; διʼ ὀρθῆς τήνδε ναυκληρεῖς πόλιν, glücklich den Staat lenken, Ant. 981 ; ἀνῇξεν ὀρθὸς λαός, Eur. Phoen. 1469 ; ὀρθὸν κρᾶτʼ ἔστησαν, Hipp. 1203, öfter ; κυρβασίας εἰς ὀξὺ ἀπιγμένας ὀρθὰς εἶχον, Her. 7.64, vgl. 2.51 ; von Gebäuden, stehend, im Ggstz des Niedergerissenen, νομίζοντες ἀδικεῖσθαι τοῦ Πανάκτου τῇ καθαιρέσει ὃ ἔδει ὀρθὸν παραδοῦναι, Thuc. 5.42 ; ὀρθὸς ἑστηκώς, Plat. Men. 93d u. öfter ; übertr., ὀρθὴ ἂν ἡμῶν ἡ πόλις ἦν καὶ οὐκ ἂν ἔπεσε τὸ τοιοῦτον πτῶμα, Lach. 181b ; ὀρθὴ πάλη, = ὀρθοπάλη, Legg. VII.796a ; ἀναβλέπειν ὀρθοῖς ὄμμασιν, Xen. Hell. 7.1.20 ; Sp., ὀρθότεραι προσερειδόμεναι κλίμακες, steiler, Pol. 9.19.7.
b) in gerader Richtung fortgehend, in gerader Linie ; ὀρθὸς ἀντʼ ἠελίοιο τετραμμένος, der Sonne gerade gegenüber, Hes. O. 729 ; im Ggstz des Krummen, Schiefen, κέλευθος, Pind. P. 11.39 ; ὀρθὴν κελεύεις, geradeaus, Ar. Av. 1 ; βοῦς ὑπὸ σμικρᾶς μάστιγος ὀρθὸς εἰς ὁδὸν πορεύεται, Soph. Aj. 1233 ; ὀρθὴν παρʼ οἶμον, Eur. Alc. 838 ; ἐπορεύετο ὀρθόν, Plat. Symp. 190a ; γωνία, rechter Winkel, Tim. 53d ; Mathem. – Bei den Gramm. ist ἡ ὀρθή, sc. πτῶσις, casus rectus, der Nominativ.
c) recht, richtig, wahr ; ἄγγελος, Pind. Ol. 6.90 ; ἀγγελία, P. 4.279 ; νόος, φρήν, 10.68, Ol. 8.24 ; ἔστασαν ὀρθὰν καρδίαν, P. 3.96 ; auch ὀρθὰν φυλάσσοισιν Τένεδον, in gutem Zustande, N. 11.5 ; μάρτυρες, Aesch. Eum. 308 ; μόνοι δʼ ἐμμένοντες ὀρθῷ νόμῳ, Soph. Aj. 343 ; ὀρθὰ μαρτυρεῖν, 347 ; κἀξ ὀρθῆς φρενός, 528, öfter ; ὀρθὰ νοεῦντες, Her. 8.3 ; ὀρθῷ λόγῳ πατήρ, in Wahrheit, 6.68 ; ὀρθὸς λόγος Plat. Phaed. 73a u. A.; ὁ ὀρθὸς νομοθέτης, Plat. Legg. II.660a ; ὀρθὴ γὰρ ἡ παροιμία, Soph. 231c ; κατʼ ὀρθόν, recht, richtig, Tim. 44b ; ἐν τῇ κατʼ ὀρθὸν χρείᾳ, Legg. II.652a ; τὸ ὀρθότατόν ἐστιν ἀμφοτέρων μετασχεῖν, Gorg. 485a ; Sp. – Aber auch = aufgeregt, gespannt ; Ἑλλὰς πᾶσα ὀρθὴ ἐφʼ οἷς σὺ τυγχάνεις εἰσηγούμενος, Isocr. 5.70, vgl. 16.7 ; διὰ φόβον, DS. 16.84 ; ὀρθοὶ καὶ μετέωροι ταῖς διανοίαις, Pol. 28.15.11 ; καὶ περίφοβος ἦν ἡ πόλις, 3.112.6 ; ἐν ὀρθῷ κεῖται ἡ βασιλεία αὐτῷ, gut stehen, 31.15.1 ; – μανία, der rechte, wirkliche Wahnsinn, Ael. H.A. 11.32.
• Adv., ὀρθῶς φρονεῖν, recht, richtig, Aesch. Prom. 1002, καὶ ἐνδίκως, Spt. 387, φράσαι, Ch. 519, μάθʼ ὡς ὀρθῶς ἐρῶ, Eum. 627, wie ὀρθῶς ἔλεξας Soph. Phil. 341 ; φρονεῖν, O.R. 650 ; auch εἰς ὀρθὸν φρονεῖν, frg. 543, was bei B.A. 92 καλῶς φρονεῖν erklärt ist, wofür Eur. ὀρθὰ φρονεῖν sagt, Med. 1129, neben häufigem Gebrauch des adv.; Plat. oft, bes. auch in Antworten, ganz recht, richtig, Prot. 359e u. sonst ; auch οἱ ὀρθῶς φιλομαθεῖς, auf rechte Weise, Phaed. 67b ; ὁ ὀρθῶς κυβερνήτης, Rep. I.341c ; ὀρθῶς λογίζεσθαι, richtig erwägen, Xen. Cyr. 2.2.14 u. Sp.; ὀρθῶς ἵσταντο, Pol. 23.12.3.
-ή, -όν.
Upright, erect : ἔγχεά σφιν ὄρθʼ ἐλήλατο Il. 10.153. Cf. Il. 24.359.
In or to an upright posture, upright, erect : ὀρθῶν ἑσταότων Il. 18.246. Cf. Il. 23.271 = 456 = 657 = 706 = 752 = 801 = 830, Il. 24.11 : Od. 12.51 = 162, 179, Od. 18.241, Od. 21.119.
Of sheep Od. 9.442.
- 1upright
- a of pers.
- α aright, sound τοὺς δὲ τομαῖς ἔστασεν ὀρθούς pr. P. 3.53 ἔστασαν ὀρθὰν καρδίαν pr. P. 3.96
- β faithful, honest ἐσσὶ γὰρ ἄγγελος ὀρθός O. 6.90
- b of things.
- α upright, straight up in physical sense. ὀρθᾷ χερὶ ἐρύκετον ψευδέων ἐνιπὰν ἀλιτόξενον (contra Σ, δικαίᾳ) O. 10.4 ἀνὰ δʼ ἔπαλτʼ ὀρθῷ ποδί O. 13.72 σὺν ὀρθαῖς κιόνεσσιν δεσποσύναισιν P. 4.267 ὁ δʼ ὀρθὸν μὲν ἄντεινεν κάρα pr. N. 1.43 ἢ Δωρίδʼ ἀποικίαν οὕνεκεν ὀρθῷ ἔστασας ἐπὶ σφυρῷ Λακεδαιμονίων (ἐπʼ ἀσφαλοῦς στῆναι παρεσκεύασας Σ.) I. 7.12 δὴ τότε τέσσαρες ὀρθαὶ πρέμνων ἀπώρουσαν χθονίων κίονες fr. 33d. 5. Καινεὺς σχίσαις ὀρθῷ ποδὶ γᾶν unyielding Θρ. 6. 8.
- βstraight, true, regular καὶ παρέλκει πραγμάτων ὀρθὰν ὁδὸν ἔξω φρενῶν O. 7.46 ὀρθὰς δʼ αὔλακας ἐντανύσαις pr. P. 4.227 ἦρʼ ὦ φίλοι, κατʼ ἀμευσίπορον τρίοδον ἐδινάθην, ὀρθὰν κέλευθον ἰὼν τὸ πρίν P. 11.39 ὀρθῷ δρόμῳ fr. 1a. 5. μουσικὰν ὀρθὰν ἐπιδεικνυμένου (pr.: οὐχ ἡδεῖαν οὐδὲ τρυφερὰν οὐδʼ ἐπικεκλασμένην τοῖς μελέσιν. paraphr. Plut., Pyth. Orac., 6, 397A) fr. 32.
- γ upright, correct βουλαῖς ἐν ὀρθαῖσι Ῥαδαμάνθυος O. 2.75 πατέρων ὀρθαὶ φρένες ἐξ ἀγαθῶν O. 7.91 ὀρθᾷ φρενί O. 8.24 εἰ δὲ λόγων συνέμεν κορυφάν, Ἱέρων, ὀρθὰν ἐπίστᾳ, μανθάνων οἶσθα προτέρων. P. 3.80 διʼ ἀγγελίας ὀρθᾶς P. 4.279 ὀρθὰν ἄγεις ἐφημοσύναν pr. P. 6.19 πειρῶντι δὲ καὶ χρυσὸς ἐν βασάνῳ πρέπει καὶ νόος ὀρθός P. 10.68 οἵ σε γεραίροντες ὀρθὰν φυλάσσοισιν Τένεδον pr. N. 11.5 ]ν ὀρθαι τε β[ουλ]αι τοῦτον Θρ. 4. 16.
- straight, Lat. rectus:
- Iin height, upright, erect, Hom., Hdt., Attic; ὀρθὸν οὖς ἱστάναι, i. e. to give attentive ear, Soph.:—of buildings, standing with their walls entire, τὸ Πάνακτον ὀρθὸν παραδοῦναι Thuc.
- IIin line, straight, right, ὀρθὸς ἀντʼ ἠελίοιο right opposite the sun, Hes.; ὀρθὴ ὁδός Theogn.; ὀρθὴν κελεύεις, i. e. ὀρθὴν ὁδόν με κελεύεις ἰέναι, Ar.; διʼ ὀρθῆς (sc. ὁδοῦ) Soph.:—also, ὀρθᾷ χερί, ὀρθῷ ποδί straightway, Pind.; but ὀρθὸν πόδα τιθέναι is prob. to put the foot out, as in walking (cf. κατηρεφής I), Aesch.
- 2βλέπειν ὀρθά, to see straight, opp. to being blind, Soph.; so, ἐξ ὀμμάτων ὀρθῶν, ὀρθοῖς ὄμμασιν, Lat. rectis oculis, Soph.
- IIImetaph.,
- 1right, safe, happy, prosperous:
- afrom signf. 1, ὀρθὸν ἱστάναι τινά ὀρθοῦν, to set up, restore, Pind., Eur.; so, στάντες τʼ ἐς ὀρθὸν καὶ πεσόντες ὕστερον Soph.; πλεῖν ἐπʼ ὀρθῆς (sc. νεώς, the state being represented as a ship), Soph.
- bfrom signf. II, κατʼ ὀρθὸν ἐξελθεῖν, of prophecies, Soph.; κατʼ ὀρθὸν οὐρίσαι to waft in straight course, Soph.
- 2right, true, correct, Pind., Aesch., etc.; ὄρθʼ ἀκούειν to be rightly called, Soph.; ὀρθῷ λόγῳ strictly speaking, in very truth, Hdt.:—so in adv., ὀρθῶς λέγειν Hdt.; ὀ. φράσαι Aesch., etc.; ὀρθῶς ἔχει ʼtis right, c. inf., Plat.:—Sup. ὀρθότατα Hdt.
- 3real, genuine, Arist.:— ὀρθῶς, really, truly, Plat.
- 4upright, righteous, just, Soph., etc.; κατὰ τὸ ὀρθὸν δικάζειν Hdt.:—adv. ὀρθῶς, rightly, justly, Thuc.
- 5of persons, steadfast, firm, Plat.
- IVἡ ὀρθή,
- 1(sub. ὁδός), v. supr. II.
- 2(sub. γωνία) a right angle, Plat., etc.
- 3(sub. πτῶσις) the nominative, Lat. casus rectus.
- Vadv. ὀρθῶς, v. supr. III. 2-4.
-
…τὰ ἱερά. λέγε δή, εἶπον ἐγώ, σὺ ὁ τοῦ λόγου κληρονόμος, τί φῂς τὸν Σιμωνίδην λέγοντα ὀρθῶς λέγειν περὶ δικαιοσύνης ; ὅτι, ἦ δʼ ὅς, τὸ τὰ ὀφειλόμενα ἑκάστῳ ἀποδιδόναι δίκαιόν ἐστι · τοῦτο λέγων…
Plato, Republic
-
…καὶ λέγε τὸν τῷ ὄντι ἰατρὸν ὄντα. τῶν καμνόντων, ἔφη, θεραπευτής. τί δὲ κυβερνήτης ; ὁ ὀρθῶς κυβερνήτης ναυτῶν ἄρχων ἐστὶν ἢ ναύτης ; ναυτῶν ἄρχων. οὐδὲν οἶμαι τοῦτο ὑπολογιστέον, ὅτι πλεῖ ἐν τῇ νηί…
Plato, Republic
-
…δὲ ἀδιάφθαρτοι, πρεσβύτεροι ἤδη ἄνδρες, οἱ τούτων προσήκοντες, τίνα ἄλλον ἔχουσι λόγον βοηθοῦντες ἐμοὶ ἀλλʼ ἢ τὸν ὀρθόν τε καὶ δίκαιον, ὅτι συνίσασι Μελήτῳ μὲν ψευδομένῳ, ἐμοὶ δὲ ἀληθεύοντι ; εἶεν δή, ὦ ἄνδρες ·…
Plato, Apology
-
…οὖν, ἔφη. εἰ οὖν μετὰ τοῦτο εἴποι ἐρωτῶν ἡμᾶς · πῶς οὖν ὀλίγον πρότερον ἐλέγετε ; ἆρʼ οὐκ ὀρθῶς ὑμῶν κατήκουσα ; ἐδόξατέ μοι φάναι ; τὰ ; τῆς ἀρετῆς μόρια εἶναι οὕτως ἔχοντα πρὸς ἄλληλα, ὡς οὐκ…
Plato, Protagoras
-
…ἀποδιδόναι, οὔτε δίκαιος ἂν εἴη ὁ ἀποδιδούς, οὐδʼ αὖ πρὸς τὸν οὕτως ἔχοντα πάντα ἐθέλων τἀληθῆ λέγειν. ὀρθῶς, ἔφη, λέγεις. οὐκ ἄρα οὗτος ὅρος ἐστὶν δικαιοσύνης, ἀληθῆ τε λέγειν καὶ ἃ ἂν λάβῃ τις…
Plato, Republic
-
…ἡλικιώτας αὐτοῦ, ἔρχεται κατηγορήσων μου ὥσπερ πρὸς μητέρα πρὸς τὴν πόλιν. καὶ φαίνεταί μοι τῶν πολιτικῶν μόνος ἄρχεσθαι ὀρθῶς · ὀρθῶς γάρ ἐστι τῶν νέων πρῶτον ἐπιμεληθῆναι ὅπως ἔσονται ὅτι ἄριστοι, ὥσπερ γεωργὸν ἀγαθὸν τῶν νέων φυτῶν εἰκὸς…
Plato, Euthyphro
-
…τι καὶ ἁμαρτεῖν ; πάντως που, ἔφη, οἷοί τι καὶ ἁμαρτεῖν. οὐκοῦν ἐπιχειροῦντες νόμους τιθέναι τοὺς μὲν ὀρθῶς τιθέασιν, τοὺς δέ τινας οὐκ ὀρθῶς ; οἶμαι ἔγωγε. τὸ δὲ ὀρθῶς ἆρα τὸ τὰ συμφέροντά ἐστι τίθεσθαι…
Plato, Republic
-
…, ἔρχεται κατηγορήσων μου ὥσπερ πρὸς μητέρα πρὸς τὴν πόλιν. καὶ φαίνεταί μοι τῶν πολιτικῶν μόνος ἄρχεσθαι ὀρθῶς · ὀρθῶς γάρ ἐστι τῶν νέων πρῶτον ἐπιμεληθῆναι ὅπως ἔσονται ὅτι ἄριστοι, ὥσπερ γεωργὸν ἀγαθὸν τῶν νέων φυτῶν εἰκὸς πρῶτον ἐπιμεληθῆναι…
Plato, Euthyphro
-
…ἔφη, οἷοί τι καὶ ἁμαρτεῖν. οὐκοῦν ἐπιχειροῦντες νόμους τιθέναι τοὺς μὲν ὀρθῶς τιθέασιν, τοὺς δέ τινας οὐκ ὀρθῶς ; οἶμαι ἔγωγε. τὸ δὲ ὀρθῶς ἆρα τὸ τὰ συμφέροντά ἐστι τίθεσθαι ἑαυτοῖς, τὸ δὲ μὴ ὀρθῶς ἀσύμφορα…
Plato, Republic
-
…ταῦτʼ οὖν ἤδη σὺ σκόπει, πότερον περὶ αὐτῶν μόνος οἴει δεῖν διαλέγεσθαι πρὸς μόνους, ἢ μετʼ ἄλλων. ὀρθῶς, ἔφη, προμηθῇ, ὦ Σώκρατες, ὑπὲρ ἐμοῦ. ξένον γὰρ ἄνδρα καὶ ἰόντα εἰς πόλεις μεγάλας ,…
Plato, Protagoras