ὀρθοσταδόν
ὀρθοσταδόν, standing upright
ὀρθο-στᾰδόν, Adv.
- = ὀρθοστάδην, ὀ. λόγχαις ἐπείγοντες φόνον E. Fr. 495.6; ἔρνεα ὀ. ἠέξοντο A.R. 4.1426.
ὀρθο·σταδόν [ᾰ] adv. c. ὀρθοστάδην, A. Rh. 4, 1426.
Étym. ὀ. ἵστημι, -δον.
ὀρθοσταδόν, = ὀρθοστάδην, Ap.Rh. 4.1426.