ὀροβῖτις Save Bailly 2024 Pape ὀροβῖτις, ίτιδος [ῑτῐδ] adj. f. c. le préc. Plin. H.N. 33, 5. ὀροβῖτις, ιδος, ἡ, fem. zu ὀροβίτη, χρυσόκολλα, Sp.