ὀροιτύπος Save Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape ὀροι·τύπος, ος, ον, c. ὀρειτύπος, Nic. Th. 5, 377. ὀροιτύπος -ον [ὄρος, τύπτω] in de bergen werkend. ὀροιτύπος, = ὀρειτύπος, Nic. Ther. 5.377 ; VLL.