ὀρτυγοθήρας
ὀρτυγοθήρας, quail-catcher
ὀρτῠγο-θήρας, ου, ὁ,
- quail-catcher, Pl. Euthd. 290d.
ὀρτυγο·θήρας, ου (ὁ) [ῠ] chasseur de cailles, Plat. Euthyd. 290d.
Étym. ὄρτυξ, θηράω.
ὀρτυγοθήρας, ὁ, Wachteljäger, -fänger, Plat. Euthyd. 290d.
ὀρτυγοθήρας
ὀρτῠγο-θήρας, ου, ὁ,
θηράω
- a quail-catcher, Plat.