ὀρφάνιος
ὀρφάνιος, desolate
ὀρφᾰν-ιος, ον, = foreg.,
- desolate, γῆρας AP 7.466 (Leon.).
ὀρφάνιος, ος, ον [ᾰ] privé d’enfants, Anth. 7, 466.
Étym. ὀρφανός.
ὀρφάνιος, verwaift, γῆρας, Leonid. Tar. 99 (VII.466).
ὀρφάνιος, ον,
= ὀρφᾰνῐκός
- desolate, Anth.