ὀτραλέος
ὀτραλέος, quickly, readily
ὀτρᾰλέος, η, ον, (cf. ὀτρύνω)
- = ὀτρηρός, Opp. H. 2.273, Q.S. 11.107:— used by Hom. and Hes. only in Adv. -έως, quickly, readily, Il. 3.260, Od. 19.100, Hes. Sc. 410, Sapph. 44.11 L.-P., A.R. 1.1210.
ὀτραλέος, α, ον [ᾰ] rapide, agile, Opp. H. 2, 273 ; Q. Sm. 11, 107.
Étym. cf. ὀτρηρός.
ὀτραλέος, hurtig, emsig, schnell ; Hom. nur im adv., τοὶ δʼ ὀτραλέως ἐπίθοντο, Il. 3.260, παρὰ δεῖπνον ἔθηκας αἶψα καὶ ὀτραλέως, 19.317, μάλʼ ὀτραλέως, Od. 19.100 ; sp.D., wie Opp. Hal. 2.275 ; ὀτραλέαι ποτὶ μόρον κέλευθοι, Qu.Sm. 11.107 ; ἐπέδραμεν ὀτραλέως, Her. vit.Hom. 21.
ὀτραλέος
ὀτρᾰλέος, η, ον,
v. ὀτρύνω
= ὀτρηρός
used by Hom. and Hes. only in adv. ὀτρᾰλέως
- -ως, quickly, readily.