ὀτραλέως
ὀτραλέως, busily, nimbly, quickly
ὀτραλέως [ᾰ] adv. rapidement, vivement, Il. 3, 260 ; 19, 100 ; Hés. Sc. 410.
Étym. cf. ὀτρύνω.
ὀτραλέως
[cf. ὀτρηρός.]
Quickly, featly, deftly : δεῖπνον ἔθηκας Il. 19.317. Cf. Il. 3.260 : Od. 19.100.
ὀτραλέως (cf. ὀτρηρός): busily, nimbly, quickly.