ὁλοκαύτωμα
ὁλοκαύτωμα, a whole burnt-offering, holocaust
ὁλοκαύτ-ωμα, ατος, τό,
- burnt-offering, LXX Ex. 10.25, al., J. AJ 10.4.5.
ὁλοκαύτωμα, ατος (τὸ) holocauste, NT. Hebr. 10, 6.
Étym. ὀλοκαυτόω.
ὁλοκαύτωμα, τό, das Brandopfer, LXX.
ὁλοκαύτωμα
from ὁλοκαυτέω
ὁλοκαύτωμα, ατος, τό,
- a whole burnt-offering, holocaust, NTest.