ὁλοκαυτόω
ὁλοκαυτόω, to bring a burnt-offering, to offer whole
ὁλοκαυτόω (ao. ὡλοκαύτωσα) c. ὁλοκαυτέω, Xén. Cyr. 8, 3, 24 ; Jos. A.J. 3, 9, 1.
ὁλοκαυτόω, = ὁλοκαυτέω ; ὡλοκαύτωσαν τοὺς ταύρους, Xen. Cyr. 8.2.24 ; Sp., wie Plut.
ὁλοκαυτόω, to bring a burnt-offering, to offer whole