Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Ὀξυρόης
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὀξύπικρος
ὀξύπληκτος
ὀξυπλήξ
ὀξυποδέω
ὀξυπόδης
ὀξυποδητής
ὀξυποδία
ὀξυπολυφαγία
ὁξυπόριον
ὀξυπόριον
ὀξυπόριος
ὀξυπόρος
ὀξύπορος
ὀξύπους
ὀξύπρῳρος
ὀξυπτέριον
ὀξύπτερος
ὀξύπυγος
ὀξυπύθμενος
ὀξύπυκνος
ὀξυπυνδάκωτος
ὀξυπύνδαξ
ὀξυπώγων
ὀξυρεγμέω
ὀξυρεγμία
ὀξυρεγμιάω
ὀξυρεγμιώδης
ὀξυρεπής
ὀξυρίας
ὀξυρόδινον
Ὀξυρόης
ὀξυρρεγμία
ὀξυρρεγμιώδης
ὀξυρρεπής
ὀξύρριν
ὀξύρρινος
ὀξύρρις
ὀξυρρόδινον
ὀξυρροπία
ὀξύρροπος
ὀξυρρόπως
ὀξυρρυγχιτικόν
ὀξύρρυγχος
Ὀξυρυγχῖται
ὀξύρυγχος
ὀξύς
ὀξυσάκχαρον
ὀξυσθενής
ὀξυσιτία
ὄξυσμα
ὀξύστερνος
ὀξύστομος
ὀξύσχοινος
ὀξύτατος
ὀξυτελής
ὀξυτενής
ὀξύτερος
ὀξυτέρως
ὀξύτης
ὀξυτόκιον
ὀξυτόκος
…
Ὀξυρόης
Save
Bailly 2024
Ὀξυρόης
(
ὁ
) Oxyroès,
n. grécisé du n. perse Osroès,
Luc.
H. conscr.
18
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}