ὀξυπύνδαξ
ὀξῠ-πύνδαξ, ᾰκος, ὁ, ἡ,
- = ὀξυπύθμενος, of a cup, Eub. 56.4.
ὀξυ·πύνδαξ, ακος (ὁ, ἡ) [ξῠᾰκ] c. le préc. Eub. (Ath. 471d).
ὀξυπύνδαξ, ακος, mit spitzigem Boden, Eubul. bei Ath. XI.471d.