ὀξύπους
ὀξύπους, swift-footed
ὀξύ̆-πους, ὁ, ἡ, πουν, τό,
- swift-footed, E. Or. 1550 (troch.).
ὀξύ·πους, ους, ουν, gén. -ποδος [ῠ] aux pieds agiles, Eur. Or. 1550.
Étym. ὀ. πούς.
ὀξύπους, ποδος, schnellfüßig, Eur. Or. 1550. Bei B.A. 442 Erkl. von ἀργίπους.
ὀξύπους
ὀξύ-πους,
- swift-footed, Eur.