ὀξύπτερος
ὀξύπτερος, swift-winged
ὀξῠ-πτερος, ον,
- sharp- or swift-winged: as Subst. ὀ., ὁ, = ὀξύσχοινος, Ps.-Dsc. 4.52; but, hawk, Clem.Al. Strom. 5.8.52.1 (in citation of De. 14.13):—also ὀξῠ-πτερον, τό, = falco, Gloss.; τὰ ὀξύπτερα swift wings, Aesop. 8.
ὀξύ·πτερος, ος, ον, aux ailes rapides, au vol rapide, Spt. Deut. 14, 13.
Étym. ὀ. πτερόν.
ὀξύπτερος, schnellflügelig, vom Habicht, LXX.
ὀξύπτερος
ὀξύ-πτερος, ον,
πτερόν
- swift-winged:— τὰ ὀξύπτερα swift wings, Aesop.