Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὀξυπόδης
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Ὀξύνεια
ὀξύνιτρον
ὀξύνοος
ὄξυνος
ὀξυνοσία
ὀξύνους
ὀξυντέον
ὀξυντήρ
ὄξυντρα
ὀξύνω
ὀξυόδους
ὀξυόεις
ὀξυόπτης
ὀξυόρυγχος
ὀξυόστρακος
ὀξυπαγής
ὀξυπαθής
ὀξυπαιδερώτινος
ὀξυπαραύδητος
ὀξυπαροπτάω
ὀξυπείνης
ὀξύπεινος
ὀξυπέπερι
ὀξυπετής
ὀξύπετρος
ὀξυπευκής
ὀξύπικρος
ὀξύπληκτος
ὀξυπλήξ
ὀξυποδέω
ὀξυπόδης
ὀξυποδητής
ὀξυποδία
ὀξυπολυφαγία
ὁξυπόριον
ὀξυπόριον
ὀξυπόριος
ὀξυπόρος
ὀξύπορος
ὀξύπους
ὀξύπρῳρος
ὀξυπτέριον
ὀξύπτερος
ὀξύπυγος
ὀξυπύθμενος
ὀξύπυκνος
ὀξυπυνδάκωτος
ὀξυπύνδαξ
ὀξυπώγων
ὀξυρεγμέω
ὀξυρεγμία
ὀξυρεγμιάω
ὀξυρεγμιώδης
ὀξυρεπής
ὀξυρίας
ὀξυρόδινον
Ὀξυρόης
ὀξυρρεγμία
ὀξυρρεγμιώδης
ὀξυρρεπής
ὀξύρριν
…
ὀξυπόδης
Save
Pape
ὀξυπόδης
, ὁ, = ὀξύπους, Hesych.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}