ὑγιότης
ὑγιότης, soundness
ὑγῐό-της, ητος, ἡ,
- soundness: in Logic, S.E. M. 8.118.
ὑγιότης, ητος (ἡ) [ῠ] santé, Sext. M. 8, 118.
Étym. ὑγιής.
ὑγιότης, ἡ, Gesundheit, Sext.Emp. adv.log. 2.118.