ὑπαγορία
ὑπαγορία· συμβουλία, Hsch. (Perh. Dor. ὑπᾱ-, but found also as
- gloss on μακρηγορία, Id.) ὑπάγορον· κατὰ βίαν ὑπερήφανον, Id.
ὑπαγορία, ἡ, wie ὑπαγόρευσις, der Rat, Hesych.; dor. für ὑπηγορία, s. Lobeck Phryn. 702.