ὑπαγκάλιος
ὑπαγκάλιος, in the arms
ὑπαγκᾰλ-ιος, ον,
- in the arms, of a child, D.H. 7.67.
ὑπαγκάλιος, v. ὑπάγκαλος.
ὑπαγκάλιος, = ὑπάγκαλος, Sp.
ὑπαγκάλιος, in the arms