ὑπερπωτάομαι
ὑπερπωτάομαι, fly over
ὑπερπωτάομαι, poet. for ὑπερπέτομαι, Theoc. 15.120.
ὑπερ·πωτάομαι-ῶμαι, c. ὑπερπέτομαι, Thcr. Idyl. 15, 120.
ὑπερπωτάομαι, analogere Form für ὑπερποτάομαι.
ὑπερπωτάομαι, fly over