ὑπερποτάομαι Save LSJ Bailly 2024 Pape ὑπερποτάομαι, poet. for ὑπερπέτομαι, Lyc. 17. ὑπερ·ποτάομαι-ῶμαι (seul. impf. poét. 3 sg. ὑπερποτᾶτο) c. ὑπερπέτομαι, Lyc. 17. ὑπερποτάομαι, ep. statt ὑπερπέτομαι, Theocr. 15.120.