ὑπερπνιγής
ὑπερπνῐγής, ές,
- = ὑπέρασθμος, Anon. ap. Suid., cf. eund. s.v. ἐκτραχηλίζω.
ὑπερ·πνιγής, ής, ές [ῐ] tout essoufflé, Anon. (Suid. vo ὑπερπνιγής).
Étym. ὑ. πνίγω.
ὑπερπνιγής, ές, = ὑπέρασθμος, Suid. ἵππος.