ὑπέρπτατο Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands ὑπέρπτᾰτο, v. ὑπερπέτομαι. ὑπέρπτατο, v. ὑπερίπταμαι. ὑπέρπτατο ep. indic. aor. med. 3 sing. van ὑπερπέτομαι.