About Report a problem

Menu

ὑποκατέρχομαι

ὑποκατέρχομαι, go down (as sediment)

ὑποκατ-έρχομαι,
  • = ὑποκαταβαίνω, τὸ ὑποκατελθόν, = ἐναιώρημα, of urine, Gal. 19.606.

Saved

Recent