ὑποκαρώδης
ὑποκαρώδης, somewhat lethargic
ὑποκᾰρώδης, ες,
- somewhat lethargic, Hp. Prorrh. 1.154, Coac. 254.
ὑποκαρώδης, ης, ες [ᾰ] un peu endormi, assoupi, Hpc. Prorrh. 81a.
Étym. ὑποκαρόω, -ωδης.
ὑποκαρώδης, ες, ein wenig schlafsüchtig od. betäubt, Hippocr.