ὑποκατάστατος
ὑποκατάστατος, obstinatus, substitutus
ὑποκατά-στᾰτος, ον, =
- obstinatus, substitutus, Gloss.
ὑποκατάστατος, adj. verb. von ὑποκαθίστημι, substituiert, erst Sp.
ὑποκατάστατος, obstinatus, substitutus