ὑποκέραμος
ὑποκέραμος, tiled
ὑποκέρᾰμος, ον,
- tiled, of a roof, IG 42(1).106ii 136 (p.144, Epid., iv B. C.).
ὑποκέραμος, mit Ton untermischt, Eust. 1452.45.
ὑποκέραμος, tiled