ὑποκεκορισμένως
ὑποκεκορισμένως, by a pet name
ὑποκεκορισμένως, Adv.
- = ὑποκοριστικῶς, Anon. Prog. in Rh. 1.598 W.
ὑποκεκορισμένως, adv. c. ὑποκοριστικῶς, Rhét. 1, 598 W.
ὑποκεκορισμένως, by a pet name