ὑπόρειος Save LSJ Bailly 2024 Pape ὑπόρειος, v. ὑπώρειος. ὑπ·όρειος, ος, ον, situé au pied d’une montagne, Jos. B.J. 3, 9, 1 ; Callistr. Stat. p. 906. Étym. ὑ. ὄρος. ὑπόρειος, = ὑπώρειος.