Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὑποργίζομαι
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὑποπτύσσω
ὑποπτυχίς
ὑπόπτως
ὑπόπτωσις
ὑποπτώσσω
ὑποπτωτικός
ὑπόπτωτος
ὑποπύγιον
ὑποπυθμένιος
ὑποπύθμην
ὑποπυθμήν
ὑποπυθμίδιος
ὑποπυΐσκω
ὑποπυκνάζω
ὑπόπυκνος
ὑποπυκνόω
ὑπόπυος
ὑποπυρεταίνω
ὑποπυριάω
ὑπόπυρος
ὑποπυρρίζω
ὑπόπυρρος
ὑποπύρωπος
ὑπόπωλος
ὑποράβδωσις
ὑποραΐζω
ὑποράπτω
ὑποραφή
ὑποργάζω
ὑποργηθεῖσα
ὑποργίζομαι
ὑπορέγχω
ὑπόρειος
ὑπορέμβομαι
ὕπορθος
ὑπορθόω
ὑπόρθριος
ὑπόρθωμα
ὑπόρθωσις
ὑποριπίζω
ὑπόρνυμι
ὑπόροφος
ὑπόρραιβος
ὑπορραΐζω
ὑπορραπίζω
ὑπορράπτω
ὑπορραφή
ὑπόρραφος
ὑπορραχίς
ὑπορρέω
ὑπορρήγνυμι
ὑπορρηγνύω
ὑπόρρηνος
ὑπόρριζος
ὑπορριζόω
ὑπορρίνιον
ὑπόρρινος
ὑπορριπίζω
ὑπορριπτέω
ὑπορρίπτω
ὑπορροιζέω
…
ὑποργίζομαι
Save
Pape
ὑποργίζομαι
, pass.,
etwas zürnen, böse werden
, Sp.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}