Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὑποπύγιον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὑποπρορρέω
ὑπόπροσθεν
ὑποπρόσθεσις
ὑποπρόστιμος
ὑποπροτίθημι
ὑποπροχέω
ὑποπρύτανις
ὑπόπρῳρος
ὑποπτάζομαι
ὑποπτάω
ὑποπτερίδιος
ὑποπτερνίς
ὑπόπτερος
ὑπόπτευμα
ὑποπτευτέον
ὑποπτευτής
ὑποπτεύω
ὑπόπτης
ὑποπτήσσω
ὑπόπτιλλος
ὑποπτίσσω
ὑπόπτομαι
ὕποπτος
ὑποπτύσσω
ὑποπτυχίς
ὑπόπτως
ὑπόπτωσις
ὑποπτώσσω
ὑποπτωτικός
ὑπόπτωτος
ὑποπύγιον
ὑποπυθμένιος
ὑποπύθμην
ὑποπυθμήν
ὑποπυθμίδιος
ὑποπυΐσκω
ὑποπυκνάζω
ὑπόπυκνος
ὑποπυκνόω
ὑπόπυος
ὑποπυρεταίνω
ὑποπυριάω
ὑπόπυρος
ὑποπυρρίζω
ὑπόπυρρος
ὑποπύρωπος
ὑπόπωλος
ὑποράβδωσις
ὑποραΐζω
ὑποράπτω
ὑποραφή
ὑποργάζω
ὑποργηθεῖσα
ὑποργίζομαι
ὑπορέγχω
ὑπόρειος
ὑπορέμβομαι
ὕπορθος
ὑπορθόω
ὑπόρθριος
ὑπόρθωμα
…
ὑποπύγιον
Save
LSJ
ὑποπύγιον, τό,
v.l. for ὀρροπύγιον,
Arist.
PA
694b19.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}