ὠρείτροφος
ὠρείτροφος, ον, poet. for ὀρείτροφος, of Dionysus, cj. in AP 9.524.25.
ὠρεί·τροφος, ος, ον, c. ὀρείτροφος, Anth. 9, 524.
ὠρείτροφος, poet. statt ὀρείτροφος, h. Bacch., Anth. IX.524.
ὠρείτροφος
ὠρεί-τροφος, ον,
poetic for ὀρείτροφος
- of Bacchus, Anth.