Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὠρεσίτροφος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὡρακίζω
ὠρανίαφι
ὡρανιστήρ
ὤρανος
ὠρανός
ὡραπολεῖν
ὡράριθμος
ὥρασι
ὥρασι(ν)
ὥρασιν
Ὡρατία
Ὡράτιος
Ὥρατος
Ὡργεῖος
ὤρεα
Ὠρείδης
Ὠρείθυια
ὠρεῖον
ὡρεῖον
ὠρείτης
Ὠρείτης
ὠρείτροφος
ὤρεξε
Ὠρεοί
ὥρεον
Ὠρεός
ὦρες
ὠρεσίδουπος
ὡρεσιδώτης
ὠρεσίλοιπος
ὠρεσίτροφος
ὤρεσσι
ὤρεσσιν
ὤρετο
ὠρεύω
ὠρέω
ὡρέων
ὤρη
ὥρη
ὤρημα
ὠρημάτων
Ὠρητανοί
ὠρητύς
ὡρηφόρος
ὡρία
ὡριαίνομαι
ὡριαίνω
ὡριαῖος
ὡριάς
ὠρίγγη
Ὠριγένης
ὦριγξ
ὠρίζεσκον
ὥριζον
ὠρίζω
Ὠρίκινος
Ὠρίκιος
ὡρικός
Ὠρικός
Ὤρικος
ὡρικῶς
…
ὠρεσίτροφος
Save
Pape
ὠρεσίτροφος
, = ὠρείεροφος, Hymn. (IX.524).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}