ὡριαίνω Save LSJ Pape ὡριαίνω, = ὡραΐζω, -ομαι, Hsch.:—Med., Clearch. 39. ὡριαίνω, ὡριαίνομαι, = ὡραΐζω, ὡραΐζομαι, Clearch. bei Ath. 554b u. Hesych.